ΟΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ ΟΙΝΟΙ ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ

στην κορυφαία ποιότητα τους.

ΤΟΠΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ
Τόσο στην Αιγιάλεια όσο και στα Καλάβρυτα παράγεται πλήθος γαστρονομικών προϊόντων με τεράστια διατροφική αξία.

Όλα τα προϊόντα της πυραμίδας της Μεσογειακής διατροφής παράγονται εδώ στην κορυφαία ποιότητα. Μήτρα αυτής της ποιότητας είναι η γεωμορφολογία της περιοχής που ξεκινά από τον Κορινθιακό κόλπο για να φτάσει στα 2000μ. υψόμετρο με απότομες πλαγιές και μικρά οροπέδια.
Ο Κορινθιακός προσφέρει τα ψάρια του , η στενή παραθαλάσσια ζώνη τα λεμόνια, το ελαιόλαδο και τις ελιές, οι πλαγιές τον εξαίρετo οίνο, φρούτα, χόρτα και λαχανικά, και οι ορεινοί όγκοι τα αιγοπρόβατα, τη φέτα ,τα όσπρια, τα ζυμαρικά, τα μανιτάρια, τα βότανα, το μέλι και τις πέστροφες!

Τοπικά προϊόντα

Εξαιρετικής ποιότητας

Ανακαλύψτε τα παρακάτω!

Ελαιόλαδο  Αιγιαλείας

Η ελιά είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ιστορία της Ελλάδος από την αρχαιότητα ακόμα.  Ήδη στην πρώτη Ολυμπιάδα το 776 π.Χ. οι νικητές κέρδιζαν ένα στεφάνι ελιάς, σύμβολο ανδρείας και ανωτερότητας ενώ υπήρξε το σύμβολο της θεάς Αθηνάς.

Από το 4000 π.Χ. ήταν γνωστή η χρήση του ελαιόλαδου για θεραπευτικούς σκοπούς. Ο Αριστοτέλης μελέτησε το ελαιόδεντρο και ανήγαγε την καλλιέργεια του σε επιστήμη. Ο Σόλων (639-559 π.Χ.) νομοθέτησε την προστασία του. Ο Όμηρος το παρομοίασε με χρυσό υγρό.

Στην Αιγιάλεια οι κύριες ποικιλίες ελιάς που καλλιεργούνται για την παραγωγή ελαιόλαδου είναι η “Κουτσουρελιά” και η “Κορωνέικη“.

Η “Κουτσουρελιά” είναι η ποικιλία που παραδοσιακά καλλιεργείται στην περιοχή και παράγει αποκλειστικά καρπό για ελαιοποίηση ενώ η καλλιέργεια της πιο γνωστής Ελληνικής ποικιλίας της “Κορωνέικης” ξεκίνησε τα τελευταία χρόνια.

Οι αεριζόμενες ηλιόλουστες λοφώδεις εκτάσεις με θέα προς τον Κορινθιακό κόλπο, τα πετρώδη και ασβεστώδη εδάφη της περιοχής και ο παραδοσιακός τρόπος συγκομιδής του ελαιοκάρπου συμβάλλουν στην υψηλή ποιότητα του και έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή αγνού παρθένου ελαιόλαδου με βαθυπράσινο χρώμα και εξαιρετικά φρουτώδη γεύση

Στα υπερσύγχρονα τοπικά ελαιοτριβεία με ανθρώπους που διαθέτουν γνώσεις, παράγεται το ελαιόλαδο της Αιγιάλειας, συσκευάζεται και εξάγεται σε πολλές χώρες, κυρίως στις αγορές των Η.Π.Α., της Αυστραλίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ είναι η βάση για τα «λαδερά» φαγητά της περιοχής και την χωριάτικη σαλάτα.

Η περιοχή πρωτοπόρα ξεκίνησε την βιολογική καλλιέργεια και σήμερα 150 τόνοι βιολογικό έξτρα παρθένο ελαιόλαδο είναι ο ετήσιος απολογισμός της Αιγιαλείας.

Οι σύγχρονες επιστημονικές έρευνες απέδειξαν την σπουδαία επίδραση του ελαιόλαδου στην υγεία , καθώς είναι πλούσιο σε μονοακόρεστα λιπαρά οξέα, με θετική επίδραση στην χοληστερίνη ,ευρισκόμενο στη βάση της Μεσογειακής δίαιτας. Ήδη, ο πατέρας της Ιατρικής Ιπποκράτης, το περιέγραφε σαν το τέλειο θεραπευτικό, καταγράφοντας περισσότερες από 60 φαρμακευτικές και ιατρικές χρήσεις του ελαιολάδου. Αυτές περιλαμβάνουν δερματολογικές ασθένειες, μυϊκούς πόνους, θεραπεία του έλκους και της χολέρας, φλεγμονές των ούλων, αϋπνία, ναυτία, πυρετό και στομαχικούς πόνους.

Τυρί «ΠΟΠ Φέτα» Καλαβρύτων

Το πιο γνωστό ελληνικό ΠΟΠ τυρί είναι η φέτα. Η φέτα έχει κατοχυρωθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (Π.Ο.Π.) και πρέπει να προέρχεται μόνο από συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας και από τις ντόπιες φυλές αιγοπροβάτων, τρεφόμενες κατά βάση με την χλωρίδα της περιοχής, παραγόμενη αποκλειστικά από πρόβειο και γίδινο γάλα με αναλογία του δεύτερου έως 30%.

Αναμφίβολα κορυφαίο προϊόν της περιοχής θεωρείται η φέτα – ο «λευκός χρυσός» των Καλαβρύτων – με συμπαγή υφή και ήπια σκληρή υπόξινη πικάντικη και έντονα πιπεράτη γεύση της οποίας η πλούσια επίγευση αποτελεί μια κορυφαία έκφραση του αχαϊκού τυριού.

Το γάλα είναι υψηλής ποιότητας καθώς προέρχεται από τα ζώα που ζουν στην φύση, στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων βόσκοντας, στα λιβάδια του Χελμού.

Συλλέγεται στις τοπικές τυροκομικές μονάδες. Η γεύση της φέτας είναι αλμυρή και αποθηκεύεται σε υγρό άλμης ή ξινόγαλου για περίπου 3 μήνες. Η ωρίμανση της φέτας μπορεί να γίνεται σε ξύλινα βαρέλια. Από τη στιγμή που απομακρυνθεί από την άλμη, η φέτα χάνει όλα τα υγρά της και γίνεται πιο συμπαγής.

Η φέτα έχει άσπρο χρώμα ενώ αποθηκεύεται συνήθως σε μεγάλα τετράγωνα κομμάτια και η της είναι ευρέως γνωστή σε όλο τον κόσμο.  Καταναλώνεται ως επιτραπέζιο τυρί αλλά χρησιμοποιείται σε πολλές παρασκευές και είναι απαραίτητο συστατικό της διάσημης πλέον ελληνικής χωριάτικης σαλάτας.

Επίσης αποτελεί κύριο συστατικό της τυρόπιτας, της σπανακοτυρόπιτας, καθώς και πολλών άλλων εδεσμάτων της ελληνικής κουζίνας.
Αποτελεί βασικό προϊόν της μεσογειακής διατροφής και μαζί με το ελαιόλαδο είναι από τα κύρια γνωρίσματά της.

Μαύρη Κορινθιακή σταφίδα «ΠΟΠ Βοστίτσα»

Ο αποξηραμένος καρπός της σταφιδαμπέλου, η περίφημη κορινθιακή σταφίδα “Βοστίτσα”, πήρε το όνομά της από τη μεσαιωνική ονομασία του Αιγίου, Vostizza. Το ιστορικό αυτό προϊόν, που υπήρξε ο μαύρος χρυσός για την Ελλάδα του 19ου αιώνα, έχει χαρακτηρισθεί, από την Ε.Ε. ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προελεύσεως (ΠΟΠ).

Ο καρπός (το σταφύλι) συλλέγεται με το χέρι τον Αύγουστο και αποξεραίνεται στα αλώνια, με φυσικό τρόπο κάτω από τον ήλιο, γι αυτό και την αποκάλεσαν «νόμισμα του ήλιου». Όλη η περιοχή εκείνες τις ημέρες είναι «στο πόδι» και στα αμπελουργικά τοπία απλώνεται το χαρακτηριστικό άρωμα της λιαζόμενης πριγκίπισσας. Είναι η ανώτερη ποιότητα κορινθιακής σταφίδας και ξεχωρίζει για το υπέροχο άρωμα και την μοναδική γεύση της (ΠΟΠ Βοστίτσα).

Από την αρχαιότητα συμμετέχει ως βασικό στοιχείο στην μεσογειακή διατροφή χάρη στις εξαιρετικές φυσικές ιδιότητές της καθώς αποτελεί φυσική πηγή αντιοξειδωτικών με υψηλή περιεκτικότητα σε πολυφαινόλες, φλαβονοειδή και ανθοκυανίνες που εξουδετερώνουν τις ελεύθερες ρίζες και συντελούν στην καλύτερη λειτουργία του οργανισμού.

Η μαύρη σταφίδα είναι το ελληνικό superfood, αφού είναι πλούσια σε κάλιο, πλούσια σε φυτικές ίνες, και αποτελεί φυσική πηγή σιδήρου, φωσφόρου και βιταμίνης Β6. Συντελεί στον καλό μεταβολισμό, τη φυσιολογική λειτουργία των μυών, τη φυσιολογική μεταφορά του οξυγόνου στο σώμα, στο σχηματισμό ερυθρών αιμοσφαιρίων και αιμοσφαιρίνης και στη διατήρηση της φυσιολογικής αρτηριακής πίεσης.

Η ποικιλία Μαύρη Κορινθιακή, καλλιεργείται από τον 4ο π.Χ. αιώνα στην ημιορεινή και ορεινή περιοχή της Αιγιαλείας και είναι περίπου το 25-30% της ελληνικής παραγωγής Κορινθιακής σταφίδας. Ο συνδυασμός του στραγγερού εδάφους, της θαλάσσιας αύρας και της ηλιοφάνειας δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες για την παραγωγή του διατροφικού αυτού θησαυρού.

Υπήρξε ο μοχλός οικονομικής ανάπτυξης της περιοχής, κυρίως κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, λόγω της καταστροφής των γαλλικών αμπελώνων από φυλλοξήρα και της κατακόρυφης ανόδου της ζήτησης. Έθρεψε τον κόσμο στις δύσκολες συνθήκες της κατοχής, αλλά και δίχασε και προκάλεσε το «Σταφιδικό ζήτημα», όταν η επάνοδος των γαλλικών αμπελώνων οδήγησε σε υπερπλεονάσματα τη ντόπιας παραγωγή.

Υπόλοιποι θησαυροί της περιοχής
Ελιές

Οι ελιές παραμένουν από την αρχαιότητα έως σήμερα καθημερινή τροφή για τον Έλληνα. Στην Αιγιάλεια παρασκευάζονται επιτραπέζιες ελιές θρούμπες ή ζαρωμένες, που ωριμάζουν και ζαρώνουν πάνω στο δέντρο. Έχουν ελαφρώς αμυγδαλωτό σχήμα και μοβ χρώμα. Συλλέγονται από το δέντρο μόνο όταν είναι πραγματικά ώριμες και στη συνέχεια διατηρούνται μέσα στο αλάτι από το οποίο τελικά ξεπλένονται και συσκευάζονται σε περιέκτες με λάδι. Οι ζαρωμένες ελιές του Αιγίου είναι σαρκώδεις με έντονη επίγευση και αποτελούν μία πολύ δημοφιλή επιλογή. Συνυπάρχουν με τις γοητευτικές πράσινες τσακιστές ελιές (ή στουμπιστές)με αλάτι, ρίγανη και ελάχιστο λάδι.
Ο καρπός της ελιάς είναι πολύ βασικός για τη Μεσογειακή διατροφή, και όλους τους περασμένους αιώνες υπήρξε το συνηθισμένο κολατσιό των αγροτών της περιοχής και συνοδευτικό πολλών γευμάτων. Η ελιά είναι θαυμάσια πηγή μονοακόρεστων λιπαρών οξέων, παρέχει φυτικές ίνες και μέταλλα στον οργανισμό και είναι πηγή της βιταμίνης Ε, που είναι φυσικό αντιοξειδωτικό. Θεωρείται επίσης ότι η βιταμίνη Ε, επιβραδύνει τις αλλοιώσεις των κυτταρικών μεμβρανών και καταπολεμά την οστεοπόρωση.
Οι Έλληνες ήταν ο πρώτος λαός που καλλιέργησε την ελιά στον ευρωπαϊκό μεσογειακό χώρο. Την μετέφεραν είτε Έλληνες άποικοι είτε Φοίνικες έμποροι. Όπως αναφέρει ο Πλίνιος, κατά το 580 π.Χ, ούτε το Λάτιο ούτε η Ισπανία ούτε η Τύνιδα γνώριζαν την ελιά και την καλλιέργειά της

Ψάρια και θαλασσινά   

Αλιεύονται άφθονα από τα ψαροκάικα στην παράλια ζώνη της Αιγιάλειας  και μοιράζονται στις παραλιακές ταβέρνες και τους κατοίκους.  Καλαμάρια ,  χταπόδια, αθερίνα, γαύρο, σαρδέλα, μαριδάκι αλλά και μεγαλύτερα ψάρια όπως βακαλέοι,  τσιπούρες, συναγρίδες, σαργοί ,λαβράκια ,γόπες, καπόνια, σκορπίνες ,  γλώσσες.

Βασικό ρόλο στην τοπική  διατροφή έπαιζε τα παλιότερα χρόνια ο παστός βακαλάος που εισάγετε και μας έδωσε το παραδοσιακό πιάτο με την μαύρη σταφίδα.

Ξεχωριστή αναφορά δικαιούται η πέστροφα , ψάρι του γλυκού νερού ,που συστηματικά αναπτύσσεται, από αρχαιοτάτων χρόνων, στις πηγές του Αροάνιου ποταμού (Πλανητέρο) καθώς το ψάρι αυτό απαιτεί πετρώδη πυθμένα, παρόχθια βλάστηση, ομαλή και ταχεία ροή καθάριου και ψυχρού νερού.

 

Εσπεριδοειδή

 Στην πεδινή ζώνη της Αιγιάλειας μέχρι τις ακτές του Κορινθιακού κόλπου, καλλιεργούνται και παράγονται εξαιρετικής ποιότητας εσπεριδοειδή όπως : Λεμόνια, Πορτοκάλια, Μανταρίνια, Περγαμόντα, Νεράντζια.

Τα εξαιρετικής ποιότητας φρούτα που διακρίνονται για την φρεσκάδα τους, το άρωμά τους και τον χυμό τους, συσκευάζονται και εξάγονται κυρίως στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Οι κύριες ποικιλίες εσπεριδοειδών που συσκευάζονται και εξάγονται από την περιοχή είναι τα λεμόνια ποικιλίας Μαγληνή και τα πορτοκάλια ποικιλίας “Νάβελ” και “Ναβελίνα”.

Τα λεμόνια της περιοχής συμμετέχουν στην τοπική γαστρονομία ως «αυγολέμονο» και ως « λαδολέμονο», τις πιο χαρακτηριστικές τοπικές και ελληνικές σάλτσες, ενώ τα περγαμόντα και νεράντζια γίνονται γλυκά του κουταλιού.

Κτηνοτροφική παραγωγή

Στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων κυριαρχεί η κτηνοτροφική παραγωγή. Ανηφορίζοντας προς τα Καλάβρυτα από όλους τους δρόμους συναντάς κοπάδια αιγοπρόβατα πάνω στις δημοσιές, δίπλα σε ορεινά αμπέλια και σε μελίσσια. Πιο ψηλά θα δεις «άγρια» κοπάδια αγελάδων της ντόπιας ράτσας να βοσκούν νωχελικά στα λιβάδια του Χελμού και αν είσαι αρκετά τυχερός ίσως συναντήσεις και είδη της άγριας πανίδας όπως αγριογούρουνα (που τα τελευταία χρόνια πολλαπλασιάζονται απειλώντας τους ορεινούς αμπελώνες). Τα αιγοπρόβατα των Καλαβρύτων, βόσκοντας την αυτοφυή βλάστηση της περιοχής ή τα μικρά καλλιεργημένα λιβάδια και οδοιπορώντας σε καθημερινή βάση μας δίνουν γάλα και κρέας εξαιρετικής νοστιμιάς έστω και αν πολλές φορές τα “κόκαλα είναι περισσότερα από το κρέας” όπως συχνά συμβαίνει στη Μεσόγειο. Οι ντόπιοι ξέρουν να ξεχωρίζουν στη μαγειρική τα γίδια ( κατσίκι, βεργάδι, γίδα , τράγος) από τα πρόβατα (αρνί, ζυγούρι, προβατίνα, κριάρι) κι έτσι μαγειρεύουν «κατσίκι λαδορίγανη» αλλά «αρνί φρικασέ».

Όσπρια και ΠΓΕ «Φασόλια βανίλιες Φενεού»

Τα ΠΓΕ Φασόλια Βανίλιες Φενεού είναι ένα προϊόν υψηλής διατροφικής αξίας που καλλιεργείται συστηματικά στο μεγάλο οροπέδιο που βρίσκεται ανάμεσα στο Χελμό και στη Ζήρια , από τα τέλη του 19ου αιώνα. Τα ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά που το διακρίνουν, είναι το πολύ μικρό μέγεθος, το κάτασπρο χρώμα, το ωοειδές σχήμα αντί του νεφροειδούς σχήματος των περισσοτέρων, ο λεπτός φλοιός που βοηθά στον καλύτερο και γρηγορότερο βρασμό του προϊόντος, η γλυκιά γεύση του και η υψηλή θρεπτική του αξία. Το τοπικό όνομα «βανίλια» δόθηκε από τους ίδιους τους καλλιεργητές για να τονίσουν το κάτασπρο χρώμα και την ιδιαίτερα γλυκιά γεύση του προϊόντος. Τα ιδιαίτερα αυτά ποιοτικά χαρακτηριστικά του το διαφοροποιούν από άλλα φασόλια και το καθιστούν περιζήτητο στην αγορά.
Επίσης στον Φενεό παράγονται και άλλα όσπρια όπως γίγαντες, ρεβίθια, φακές και εκλεκτής ποιότητας φάβα, γνωστή στην περιοχή και ως λαθούρι από το όνομα του φυτού. Στο χωριό Κέρτεζη Καλαβρύτων που είναι από τα μεγαλύτερα της περιοχής και διάσημο για τα όσπριά του, γίνεται κάθε χρόνο η γιορτή φασολάδας.
Οι Έλληνες πάντα είχαν μια ιδιαίτερη συμπάθεια προς τα όσπρια και αποτελούν ένα από τα βασικά συστατικά της μεσογειακής διατροφής. Είναι η καλύτερη πηγή πρωτεΐνης από τα φυτικά τρόφιμα, έχουν ελάχιστα λιπαρά, πολλούς σύνθετους υδατάνθρακες, φυτικές ίνες, αρκετό κάλιο, φώσφορο, ασβέστιο, σίδηρο και βιταμίνες.

Αιγιάλεια σύνθεση τοπικων προϊόντων

Βότανα και άγρια χόρτα

Στα ορεινά χωριά της Αιγιάλειας και των Καλαβρύτων καλλιεργούνται εκτάσεις με αρωματικά βότανα από έμπειρους καλλιεργητές, όπου μετά την συγκομιδή αποξεραίνονται με φυσικό τρόπο υπό σκιά για να διατηρούνται τα αρώματα, και τέλος συσκευάζονται. Ρίγανη, τσάι του βουνού, χαμομήλι, κ.ά.
Παράλληλα αυτά φύονται από μόνα τους στις πλαγιές, στα χωράφια ,στις ψηλές κορφές, στις όχθες των ποταμών ,των λιμνών και των δρόμων, μαζί με κάππαρη, ,άνηθο, αντράκλα , δενδρολίβανο, θυμάρι, δυόσμο, μάραθο, μολόχα, μυρώνι, φασκόμηλο, βατόμουρα, κ.ά.
Στην τοπική κουζίνα αξιοποιούνται επίσης από την ημιορεινή και ορεινή ύπαιθρο μανιτάρια, σπαράγγια, οβριές, αγριαγγιναρούλες, ζοχοί, καυκαλήθρες, λάπαθα ,ραδίκια, χηροβότανα, σέσκουλα, ρόκα και βολβοί, που συναντάμε σε ακαλλιέργητα και καλλιεργημένα χωράφια και συμμετέχουν στις φημισμένες χορτόπιτες της περιοχής.

Μέλι

Η μεγάλη θρεπτική αξία του μελιού ήταν ήδη γνωστή από την αρχαιότητα. Στο μέλι έχουν ανιχνευθεί περίπου 180 στοιχεία υψηλής βιολογικής αξίας, απαραίτητα στον άνθρωπο. Το Ελληνικό μέλι είναι ξακουστό σε όλο τον κόσμο και είναι εξαιρετικής ποιότητας λόγω των ιδιομορφιών της ελληνικής φύσης και του μεγάλου φυτικού πλούτου.
Οι εξαιρετικές περιβαλλοντικές και κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής μας συμβάλουν στην ανάπτυξη πολυάριθμων αρωματικών φυτών, που δημιουργούν χαρακτηριστικές ποιότητες μελιού. Οι μελισσοκόμοι ,πολυάριθμοι επαγγελματίες και ερασιτέχνες, μεταφέρουν τα σμήνη των μελισσών κατά την διάρκεια του έτους, για την παράγωγη ανθόμελου, ελατίσιου μελιού, καστανιάς ,βελανιδιάς, θυμαρίσιου μελιού, πευκόμελου, μελιού ερείκης και κουμαριάς.

Ζυμαρικά

Στην περιοχή υπάρχουν μονάδες παραγωγής τυποποιημένων ζυμαρικών όπως τραχανάς, χυλοπίτες, λαζάνια που για την παρασκευή τους χρησιμοποιούνται αυγά και γάλα από τα ζώα που εκτρέφονται στην περιοχή ,με αντιπροσωπευτικά δείγματά τους να πωλούνται στον πεζόδρομο των Καλαβρύτων μαζί με άλλα τοπικά προϊόντα.

Άλλα προϊόντα

Εξαιρετική είναι η ποιότητα των πετροκέρασων της Αιγιαλείας με σημαντικές ποσότητες στα ορεινά χωριά της Αιγείρας και στο Άνω Διακοπτό (Κερνίτσα). Αξιοσημείωτα τα καρύδια των ορεινών περιοχών και από τα κηπευτικά οι ντομάτες παραδοσιακού σπόρου του Σαλμενίκο, στο Παναχαϊκό. Εξυπακούεται η συνέχεια της καλλιέργειας δημητριακών στα Καλάβρυτα έστω σε μικρότερες πλέον ποσότητες.

Προσεχείς εκδηλώσεις
Ακολουθήστε μας στα κοινωνικά δίκτυα...

© 2021 Δίκτυο Ποιότητας Οινοξένεια

Σχεδίαση, Κατασκευή Ιστοσελίδας – Προσαρμογή CreativityWeb.gr  |  Theme by AncoraThemes

to top